Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Το δικό μας Ναύπλιο. Από το 2ο Γυμνάσιο Ναυπλίου.


Το Ναύπλιο σήμερα είναι γνωστό στην Ελλάδα και στο εξωτερικό ως αγαπημένος ταξιδιωτικός προορισμός. Η γοητεία που ασκεί στους επισκέπτες του δεν οφείλεται μόνο στο φυσικό τοπίο και την επαφή του με τη θάλασσα αλλά και στο γεγονός ότι η πόλη διατηρεί εμφανή τα αποτυπώματα μιας ιστορίας που ξεκινά από τα βάθη της αρχαιότητας και φτάνει ως το πρόσφατο παρελθόν. Στο Ναύπλιο η ιστορία είναι παρούσα σε κάθε μας βήμα, όπου κι αν στρέψουμε το βλέμμα μας: η Ακροναυπλία, το Παλαμήδι και το Μπούρτζι, τα ενετικά, οθωμανικά και νεοκλασικά κτήρια και μνημεία της πόλης, οι προσφυγικές γειτονιές και τα κατάλοιπα της βιομηχανικής ανάπτυξης του περασμένου αιώνα μας αποκαλύπτουν το παρελθόν της πόλης και εικονογραφούν τις σημαντικότερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας.

Αρχαίοι χρόνοι

Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης εντοπίζονται ήδη στην προϊστορική εποχή -στην Ακροναυπλία, στους πρόποδες του Παλαμηδιού και σε άλλα σημεία της πόλης. Η μορφή της χερσονήσου κατά την αρχαιότητα διέφερε πολύ από τη σημερινή, με τη θάλασσα να φτάνει ως τις παρυφές του λόφου της Ακροναυπλίας. Χάρη στη γεωγραφική της θέση και τη μορφολογία της, η Ναυπλία εξασφάλισε έναν σημαντικό ρόλο από την αρχαιότητα. Το όνομά της το οφείλει στον οικιστή της, το Ναύπλιο, γιο του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, ενώ για τους πρώτους κατοίκους της λέγεται πως ήταν Αιγύπτιοι, Κάρες ή Φοίνικες που ασχολούνταν με τη ναυτιλία. Από τη δωρική κατάκτηση ως τον 7ο αι. π.Χ., οπότε υποτάχτηκε στο Άργος, η Ναυπλία άκμαζε ως ανεξάρτητο κράτος. Στη συνέχεια έγινε επίνειο του Άργους και στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. στο λόφο της Ακροναυπλίας είχε αναπτυχθεί αξιόλογος οχυρωμένος οικισμός. Ωστόσο τον 2ο αι. μ.Χ., όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας, η πόλη ήταν ερημωμένη.

Ρωμαϊκοί και βυζαντινοί χρόνοι (2ος - αρχές 13ου αι.)

Κατά τους παλαιοχριστιανικούς και πρωτοβυζαντινούς χρόνους το Ναύπλιο υπαγόταν στην περιφέρεια του Άργους και παρέμενε μια μικρή πόλη. Από τον 6ο μέχρι τον 7ο αι. μ.Χ. γνώρισε μια νέα περίοδο ακμής, καθώς προσφερόταν ως καταφύγιο από τις σλαβικές επιδρομές. Στις αρχές του 10ου αι. οι Άραβες πραγματοποίησαν καταστροφική επιδρομή στο λιμάνι της πόλης ενώ στα τέλη του ίδιου αιώνα την επισκέφθηκε ο όσιος Νίκων ο «Μετανοείτε». Από τον 11ο αιώνα το Ναύπλιο οχυρώθηκε πιο συστηματικά, αναδείχτηκε ως εμπορικό και διοικητικό κέντρο και από το λιμάνι του γινόταν διακίνηση προϊόντων. Στα τέλη του 11ου αιώνα δημιουργήθηκε κοινή επισκοπή Άργους και Ναυπλίου. Το 1153 δέχτηκε νέα καταστροφική επίθεση, από τους Νορμανδούς αυτή τη φορά. Στα τέλη του 12ου αιώνα το Ναύπλιο είχε αποκτήσει σημαντική δύναμη και αυτονομήθηκε από το Άργος. Εξέχουσα για την ιστορία της πόλης υπήρξε η μορφή του Λέοντα Σγουρού, τοπικού άρχοντα του Ναυπλίου από το 1200 περίπου. Ο φιλόδοξος Λέων Σγουρός, κατάφερε να επεκτείνει την εξουσία του φθάνοντας το 1204 μέχρι τη Λάρισα. Την προέλασή του ανέκοψαν οι Σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας, οι οποίοι κατέλαβαν τελικά όλες τις περιοχές που είχε θέσει υπό τον έλεγχό του.

Πλατεία Συντάγματος, Ντιάνα Αντωνακάτου

Φραγκοκρατία (1210/12-1389)

Μετά το τραγικό τέλος του Λέοντα Σγουρού (1208), ο ηγεμόνας της Αχαΐας και κυρίαρχος της Πελοποννήσου Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος ξεκίνησε πολιορκία του Ναυπλίου με τη βοήθεια βενετσιάνικων πλοίων και τελικά το κατέλαβε το 1212. Πολύ σύντομα, όμως, το Ναύπλιο, το Άργος και το Κιβέρι παραχωρήθηκαν ως φέουδο στον Όθωνα ντε λα Ρος, άρχοντα του Δουκάτου των Αθηνών, ως αντάλλαγμά για τη βοήθειά του κατά την πολιορκία της Κορίνθου. Μετά από συμφωνία με τους κατοίκους της πόλης, στους Έλληνες κατοίκους παραχωρήθηκε το δυτικό μέρος της Ακροναυπλίας («ρωμαίικο κάστρο»), ενώ το ανατολικό κατέλαβαν οι Φράγκοι κατακτητές («φράγκικο κάστρο»). Σε αυτή την περίοδο η κατοίκηση γινόταν μόνο εντός των τειχών της Ακροναυπλίας.

Α΄ Ενετοκρατία (1389-1540)

Τελευταία κυρίαρχος του φραγκοκρατούμενου Ναυπλίου ήταν η Μαρία ντ’ Ανγκιέν (Marie d' Enghien), κληρονόμος του Ναυπλίου και του Άργους και σύζυγος του βενετού άρχοντα Πέτρου Κορνάρου. Μετά τον ξαφνικό θάνατο του συζύγου της, αντιμέτωπη με τις πιέσεις των Οθωμανών και του φλωρεντινού άρχοντα της Κορίνθου Νέριο Ατζαγιόλι (Acciajuoli), η Μαρία παραχώρησε το Ναύπλιο στο Δόγη της Βενετίας Ανδρέα Δάνδολο. Η περίοδος της Α΄ Ενετοκρατίας είναι ιδιαίτερα σημαντική για την πόλη, καθώς οι Ενετοί, αναγνωρίζοντας τη στρατηγική της θέση, προχώρησαν σε μία σειρά οχυρωματικών έργων και υποδομών που κατέστησαν το Ναύπλιο σπουδαίο κέντρο της εποχής.
Την ίδια περίοδο δημιουργήθηκε η ανάγκη για επέκταση του οικισμού βόρεια του κάστρου της Ακροναυπλίας με τη δημιουργία της λεγόμενης Κάτω Πόλης (σημερινή Παλιά Πόλη), όπου μεταφέρθηκε και το διοικητικό κέντρο. Η επέκταση έγινε με τεχνητές προσχώσεις και θεμελιώσεις σε ξύλινους πασσάλους, καθώς η περιοχή ήταν ελώδης. Η Κάτω Πόλη ενισχύθηκε με τείχη και προμαχώνες και στο εσωτερικό της ξεκίνησε έντονη οικοδομική δραστηριότητα με ανέγερση δημοσίων κτηρίων, καταστημάτων, ναών, νοσοκομείου και υδραγωγείου. Από τα σημαντικά αμυντικά έργα αυτής της περιόδου είναι η οχύρωση της βραχονησίδας Άγιος Θεόδωρος (Μπούρτζι) το 1471 για την προστασία του λιμανιού και η διαμόρφωση του λιμανιού ώστε να ελέγχεται η είσοδος και η έξοδος των πλοίων. Το Ναύπλιο άρχισε να παίρνει τη μορφή μιας τυπικής ενετικής κτήσης και αναδείχτηκε σε μια από τις ωραιότερες πόλεις της Ανατολής. Οι κάτοικοί του πλήθαιναν και ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν αρκετοί Έλληνες που προσπαθούσαν να αποφύγουν τον οθωμανικό ζυγό.
Οι Οθωμανοί, αντιλαμβανόμενοι τη στρατηγική σημασία του Ναυπλίου, επιχείρησαν επανειλημμένα να το καταλάβουν στη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Α΄ Τουρκοκρατία (1540-1686)

Το 1540, έπειτα από τρία χρόνια πολιορκίας, το Ναύπλιο πέρασε τελικά στα χέρια των Οθωμανών, με την ήττα των Βενετών στον τρίτο Βενετουρκικό πόλεμο (1537-1540). Η πόλη είχε υποστεί μεγάλες ζημιές, καθώς οι Οθωμανοί κατά τη διάρκεια της πολιορκίας τη σφυροκοπούσαν με πυροβόλα όπλα εγκατεστημένα στο ανοχύρωτο ακόμη Παλαμήδι και στα υψώματα της Πρόνοιας. Στα χρόνια της Α΄ Τουρκοκρατίας το Ναύπλιο έγινε περιστασιακά πρωτεύουσα του σαντζακίου του Μοριά και έδρα του διοικητή του. Ως διοικητικό κέντρο, η πόλη απολάμβανε αρκετά προνόμια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ανέλαβε και πάλι ηγετικό ρόλο και πολλοί από τους κατοίκους που είχαν φύγει, επέστρεψαν.
Η οικονομική δραστηριότητα συνεχίστηκε και αναδείχτηκαν αξιόλογοι λόγιοι και σημαντικά εργαστήρια αγιογράφων. Οι Οθωμανοί κατακτητές δεν προχώρησαν σε νέα οχυρωματικά έργα και οι κυριότερες επεμβάσεις τους αφορούσαν την κατασκευή δημοσίων κτηρίων, όπως το σεράι του Μωρά-πασά στην περιοχή της σημερινής πλατείας Συντάγματος, τζαμιών, λουτρών, μεντρεσέδων και κρηνών.
Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί, που επισκέφθηκε το Ναύπλιο στα τέλη του τρίτου τέταρτου του 17ου αι. αναφέρει πλούσιες κατοικίες οθωμανών αρχόντων και αρκετά τζαμιά, ένα από τα οποία πιθανώς ταυτίζεται με το σημερινό «Τριανόν» (πλατεία Συντάγματος).

Β΄ Ενετοκρατία (1686-1715)

Με την κήρυξη του έκτου Βενετοτουρκικού Πολέμου (1684-1699) οι Βενετοί αποφάσισαν να επιχειρήσουν την ανακατάληψή του Ναυπλίου, στο πλαίσιο της εκστρατείας τους στην Πελοπόννησο. Τελικά, το 1686 ο διοικητής του ενετικού στόλου Φραγκίσκο Μοροζίνι ανακατέλαβε το Ναύπλιο, το οποίο αναδείχτηκε πλέον σε πρωτεύουσα του ενετικού βασιλείου του Μοριά και έδρα του Γενικού Προβλεπτή με το όνομα «Napoli di Romania». Την περίοδο της Β΄ Ενετοκρατίας οι Ενετοί επισκεύασαν και ενίσχυσαν τα τείχη, ενώ απαγόρευσαν την κατοίκηση στην Ακροναυπλία, που προοριζόταν πλέον μόνο για στρατιωτική χρήση. Αξιόλογο έργο αυτής της περιόδου είναι η ανακατασκευή της κύριας εισόδου της πόλης, της Πύλης της Ξηράς, σε σχέδιο του Lasalle. Επίσης οικοδομήθηκαν σημαντικά δημόσια κτήρια, όπως η μνημειακή Αποθήκη του Στόλου (σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο, στην πλατεία Συντάγματος). Όμως το πιο σημαντικό έργο της Β΄ Ενετοκρατίας ήταν η οχύρωση του Παλαμηδιού, στα χρόνια του Προβλεπτή Αυγουστίνου Σαγρέδου. Το έργο, ένα αριστούργημα της οχυρωματικής τέχνης, που βασίζεται σε σύστημα αυτοτελών αλληλοϋποστηριζόμενων προμαχώνων, ολοκληρώθηκε σε τρία μόλις χρόνια. Η πόλη καθίσταται απόρθητη, γνωρίζει μια νέα περίοδο ακμής και ο πληθυσμός της αυξάνει.

Β΄ Τουρκοκρατία (1715-1822)

Το 1715, στη διάρκεια του τελευταίου Βενετοτουρκικού Πολέμου (1714-1718), το Ναύπλιο ανακαταλήφθηκε από τους Οθωμανούς. Κατά την περίοδο της Β΄ Τουρκοκρατίας η πόλη έπεσε σε μαρασμό, εγκαταλείφθηκε από τις μεγαλύτερες οικογένειες και κατοικείτο κυρίως από Τούρκους. Τόσο η πόλη όσο και το λιμάνι έδιναν εικόνα εγκατάλειψης, όπως μαρτυρούν οι περιγραφές περιηγητών της εποχής. Στην παρακμή συνέβαλε και η μεταφορά της έδρας του σαντζακίου του Μοριά στην Τρίπολη το 1719. Το Ναύπλιο συγκέντρωνε πλέον μόνο κάποιες στρατιωτικές δραστηριότητες και η κίνηση στο λιμάνι περιορίστηκε σημαντικά. Στην όψη της πολιτείας άρχισε να κυριαρχεί το ανατολίτικο στοιχείο: χτίζονται λουτρά και τζαμιά και στις κατοικίες υιοθετείται το ανατολίτικο πρότυπο με τα σαχνισιά. Στα τέλη του 18ου αι. ανεγέρθηκαν ορισμένα σημαντικά οικοδομήματα, όπως το τζαμί του Αγά πασά (Βουλευτικό), ο μεντρεσές (ιεροδιδασκαλείο), πίσω από το Βουλευτικό, και ένα τζαμί που σήμερα είναι γνωστό ως «Φραγκοκλησιά» λόγω της μετατροπής του σε καθολική εκκλησία. Στα τέλη του 18ου αιώνα (1799), το Ναύπλιο είχε αρχίσει να ανακάμπτει, ο πληθυσμός του είχε φτάσει στις 7.000 και το λιμάνι είχε αρκετή κίνηση, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γάλλου περιηγητή Πουκεβίλ.
Στη διάρκεια του Αγώνα το Ναύπλιο υπήρξε κέντρο εξελίξεων και ο πληθυσμός του πύκνωνε λόγω της ασφάλειας που παρείχαν τα τείχη του.

Πλατεία Τριών Ναυάρχων, Ντιάνα Αντωνακάτου

Μετά την Απελευθέρωση (1822 κ.ε.)

Στις 30 Νοεμβρίου του 1822, μια ομάδα αγωνιστών με επικεφαλής το Στάικο Σταϊκόπουλο κατέλαβε το Παλαμήδι και τρεις μέρες αργότερα η πόλη παραδόθηκε στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Με απόφαση του Βουλευτικού, στις 8 Ιανουαρίου 1823 το Ναύπλιο ορίστηκε ως έδρα τη διοίκησης, όμως στη διάρκεια της εμφύλιας σύρραξης η πόλη μετατράπηκε σε θέατρο πολιτικών συγκρούσεων. Το 1827 ορίστηκε ως πρώτη πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Το 1828 στην πόλη αποβιβάστηκε ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας.
Η κατάσταση που βρήκε ήταν τραγική, καθώς η πόλη ήταν γεμάτη σωρούς ερειπίων και οι συνθήκες ζωής άθλιες. Ο Καποδίστριας ξεκίνησε άμεσα σειρά έργων με σκοπό τη βελτίωση των όρων υγιεινής και διαβίωσης και τη διαμόρφωση μιας πρωτεύουσας κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Σε αυτόν οφείλεται το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης καθώς και του προαστίου της Πρόνοιας, που προοριζόταν να κατοικηθεί από πρόσφυγες, και η εισαγωγή του νεοκλασικισμού.
Το 1831 ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα και η πόλη έγινε και πάλι θέατρο συγκρούσεων μεταξύ Καποδιστριακών και «Συνταγματικών».
Δύο χρόνια αργότερα, το 1833, στην πόλη αποβιβαζόταν ο ορισμένος από τις Μεγάλες Δυνάμεις βασιλιάς της Ελλάδας, Όθωνας. Ο τελευταίος χρησιμοποίησε ως έδρα του το Ναύπλιο έως το τέλος του 1834, δηλαδή κατά την περίοδο διακυβέρνησης της Αντιβασιλείας. Στο διάστημα αυτό δεν πραγματοποιήθηκαν σημαντικά έργα, αφού ήδη υπήρχε η σκέψη για μεταφορά της πρωτεύουσας. Τελικά, το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους μεταφέρθηκε στην Αθήνα και το Ναύπλιο πέρασε σε δεύτερη μοίρα, αν και ως τα μέσα του 19ου αι. εξακολουθούσε να θεωρείται ως μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Ελλάδας. Το 1862, στα τέλη της βασιλείας του Όθωνα, το Ναύπλιο έγινε και πάλι επίκεντρο των εξελίξεων με τα «Ναυπλιακά», το πρώτο ξέσπασμα του αντιδυναστικού αγώνα που θα οδηγούσε στην έξωση του Όθωνα.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, από το 1867 έως το 1929 , πραγματοποιήθηκε η σταδιακή κατεδάφιση των τειχών της Κάτω Πόλης, που άλλαξε τη μορφή του Ναυπλίου. Για πολλά χρόνια μετά την απελευθέρωση το Ναύπλιο αποτέλεσε στρατιωτικό κέντρο αλλά και έδρα φυλακών. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα το Παλαμήδι θεωρείτο η πιο απάνθρωπη φυλακή στον ελληνικό χώρο.
Φυλακές λειτουργούσαν επίσης στην Ακροναυπλία από το 1884 ως το 1966. Από το 1936, επί δικτατορίας Μεταξά, στις φυλακές Ακροναυπλίας ξεκίνησε η κράτηση πολιτικών κρατουμένων.
Στο μεταξύ ξεσπά ο Β ' Παγκόσμιος Πόλεμος και το Ναύπλιο γίνεται θέατρο επιχειρήσεων. Στις 28 Απριλίου 1941 οι γερμανικές δυνάμεις καταλαμβάνουν την πόλη, αφού νωρίτερα είχαν βομβαρδίσει και βυθίσει συμμαχικά πλοία στο λιμάνι και την Αρβανιτιά. Μέχρι την απελευθέρωση της πόλης, τον Οκτώβριο του 1944, η αντίσταση των κατοίκων, στην αρχή αυθόρμητη και στη συνέχεια περισσότερο οργανωμένη, επέφερε σοβαρά πλήγματα στις δυνάμεις Κατοχής. Σε όλο αυτό το διάστημα οι εκτοπίσεις, οι επιτάξεις και οι διώξεις υπήρξαν καθημερινό φαινόμενο και η πείνα έπληξε ιδιαίτερα τους κατοίκους.
Το 1966, με το άδειασμα των φυλακών της Ακροναυπλίας, εκφράστηκε έντονος προβληματισμός και διάσταση απόψεων για τον προσφορότερο τρόπο αξιοποίησης του χώρου. Τελικά, από το κράτος προκρίθηκε η κατεδάφιση των φυλακών και η κατασκευή μεγάλης ξενοδοχειακής μονάδας.
Είχε προηγηθεί ο χαρακτηρισμός της Ακροναυπλίας ως «Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα» το 1961 και η ανέγερση του ξενοδοχείου «Ξενία». Εξάλλου το 1962 το τμήμα της πόλης που εκτείνεται από τον παλαιό σιδηροδρομικό σταθμό έως και τον προμαχώνα των Πέντε Αδελφιών, χαρακτηρίστηκε ως αρχαιολογικός χώρος και ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Η πόλη άρχισε να αλλάζει, με επιταχυνόμενους ρυθμούς, καθώς το εμπορικό κέντρο και ο χώρος κατοίκησης μεταφέρονταν έξω από την Παλιά Πόλη, που αποκτούσε όλο και περισσότερο το χαρακτήρα της πόλης-μουσείου και τουριστικού αξιοθέατου. Οι εξελίξεις αυτές σε συνδυασμό με την αποδιάρθρωση άλλων τομέων της οικονομίας (γεωργία, μεταποίηση, βιοτεχνία) συνέβαλαν σταδιακά και κυρίως από τις δεκαετίες του '80 και του '90, στη στροφή της οικονομίας της πόλης προς τις τουριστικές υπηρεσίες, χαρακτηριστικό που καθορίζει τη φυσιογνωμία του Ναυπλίου μέχρι σήμερα.

Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες του Ναυπλίου

Κατά το Μεσοπόλεμο, μετά το 1922, το Ναύπλιο γίνεται τόπος υποδοχής αρκετών εκατοντάδων προσφύγων από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Σε μια πόλη 6000 περίπου κατοίκων το πλήθος των προσφύγων και η τραγικότητα της κατάστασής τους διαμόρφωναν μια πραγματικότητα εξαιρετικά πιεστική για την τοπική κοινωνία. Οριστική λύση στο πρόβλημα της στέγασης των προσφύγων θα δοθεί με την ανοικοδόμηση του προσφυγικού Συνοικισμού "Νέον Βυζάντιον", που θα σχεδιαστεί και θα ολοκληρωθεί από το ελληνικό κράτος και την Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ) στα τέλη της δεκαετίας του 1930 σε ένα εύφορο προάστιο που παλαιότερα ονομαζόταν «Ταμπάκικα».
Ωστόσο, μέχρι να γίνει αυτό, το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων έζησε κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες: οικονομική δυσπραγία, διάψευση κάθε ελπίδας για επιστροφή στις χαμένες πατρίδες, κοινωνική περιθωριοποίηση λόγω του «στίγματος» του πρόσφυγα. Γι’ αυτό αισθάνονταν αλληλέγγυοι απέναντι σε όλους αυτούς τους διαφορετικούς ανθρώπους που οι συνθήκες τους υποχρέωσαν να φέρουν την ταμπέλα του πρόσφυγα. Το πνεύμα της αλληλοβοήθειας θα κυριαρχήσει τις επόμενες δεκαετίες και «τα σπίτια των προσφύγων θα είναι ανοιχτά για όλους».
Όμως οι πρόσφυγες ήταν άνθρωποι φιλοπρόοδοι, νοικοκυραίοι, όπως μας ανέφεραν πολλοί από αυτούς, και σιγά σιγά κατάφεραν να σταθούν στα πόδια τους. Μεταφέροντας την εμπειρία τους από τη Μικρά Ασία επιδόθηκαν σε πολλές οικονομικές δραστηριότητες. Μάλιστα, μεγάλο μέρος του εμπορίου της πόλης θα περάσει στα χέρια τους και πολλοί θα αναδειχτούν το επόμενο διάστημα στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης.
Παρά τη μεγάλη πρόοδο ο καημός της προσφυγιάς συνόδευε αυτούς τους ανθρώπους που προσπάθησαν να διατηρήσουν τις μνήμες του παρελθόντος ζωντανές μέσα από τις διηγήσεις στα παιδιά και τα εγγόνια τους, αλλά και τις συνήθειες, τις παραδόσεις τους που μετέφεραν στον τόπο υποδοχής.

Σήμερα, η τρίτη γενιά πλέον, βλέπει να σβήνουν σιγά σιγά τόσο τα υλικά κατάλοιπα του προσφυγικού παρελθόντος όσο και οι μνήμες, που οι γονείς και οι παππούδες τους φύλαξαν για πολλές δεκαετίες βαθιά στην ψυχή τους.